διαχείρισις

διαχείρ-ισις, εως, ,
A management, administration,

πραγμάτων Th.1.97

, cf. Lib.Ep.245.
2 in Rhet., treatment, prob. for διαχείρησις, Aristid.Rh.1p.501S.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαχείρισις — management fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαχειρίσει — διαχείρισις management fem nom/voc/acc dual (attic epic) διαχειρίσεϊ , διαχείρισις management fem dat sg (epic) διαχείρισις management fem dat sg (attic ionic) διαχειρίζω have in hand aor subj act 3rd sg (epic) διαχειρίζω have in hand fut ind mid …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαχειρίσεις — διαχείρισις management fem nom/voc pl (attic epic) διαχείρισις management fem nom/acc pl (attic) διαχειρίζω have in hand aor subj act 2nd sg (epic) διαχειρίζω have in hand fut ind act 2nd sg διαχειρίζω have in hand aor subj act 2nd sg (epic)… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαχείρισιν — διαχείρισις management fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαχειρίσεως — διαχειρίσεω̆ς , διαχείρισις management fem gen sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.